Μια συνέντευξη με τον Σωτήρη Αναστασίου, τον Τιμώμενο Καλλιτέχνη στο Dragon Tale: the Convention.Μια

Ο Σωτήρης φέτος κοσμεί με τα έργα του την κεντρική αφίσα του Dragon Tale: the Convention. Είναι ένας καλλιτέχνης με τον οποίο γνωριστήκαμε το 2025 εν όψει του πρώτου φεστιβάλ και μπορώ να πω με σιγουριά ότι χάρηκα πάρα πολύ που τον γνώρισα. Κάθε φορά με υποδέχεται στο σπίτι του, στο καταφύγιό του, ένα μέρος γεμάτο με μινιατούρες στρατιωτών, αντικείμενα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και αμέτρητα βιβλία και κόμικς.

Ο Σωτήρης είναι ένα ιδιαίτερο κράμα ανθρώπου, λίγο ιδιόρρυθμος, ευγενέστατος, επιφυλακτικός, κλειστός σαν χαρακτήρας, αλλά με ένα ανήσυχο πνεύμα και ανοιχτός σε νέες προκλήσεις. Είναι από τους ανθρώπους που απολαμβάνω πραγματικά το κάθε λεπτό συζήτησης μαζί του.

Παρακάτω είναι η συνέντευξη που του πήρα για να τον γνωρίσουμε καλύτερα, κάνοντας ο ίδιος ο Σωτήρης την εισαγωγή…

Αν λάβουμε ως δεδομένο ότι εγώ κατά κανόνα χρησιμοποιώ μελάνι και πενάκια στις δουλειές μου, και φυσικά χρώματα ακουαρέλας, θα έλεγα ότι μάλλον προσδιορίζομαι ως σκιτσογράφος.

Εδώ θα ήθελα να πω δυο λόγια, αν μου επιτρέπεις, σχετικά με το τι είναι σκίτσο και τι είναι πίνακας ζωγραφικής. Το σκίτσο έχει για κάποιους δευτερεύουσα σημασία συγκρινόμενο με έναν πίνακα ζωγραφικής. Κατά την άποψή μου, υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ σκίτσου και πίνακα ζωγραφικής. Το σκίτσο είναι κάτι γρήγορο που δημιουργείται για να αποτυπώσει μία ιδέα, μία σύνθεση, μία μορφή, συνήθως σε πρωτογενές επίπεδο. Όταν όμως ο καλλιτέχνης, είτε με μελάνι είτε με μολύβι, αποδώσει λεπτομέρειες τότε αυτόματα μετουσιώνεται σε έναν ολοκληρωμένο πίνακα, σε ένα έργο τέχνης.

Κακώς, κατά τη γνώμη μου, οτιδήποτε είναι ασπρόμαυρο ή γίνεται με κάποια συγκεκριμένα υλικά όπως μελάνι ή μολύβι θεωρείται σκίτσο, και οτιδήποτε είναι με λάδι πάνω σε καμβά θεωρείται πίνακας ζωγραφικής. Και τα δύο είναι πίνακες ζωγραφικής, αρκεί κάτι που έγινε με μελάνι να έχει την απαιτούμενη λεπτομέρεια για να είναι ένα ολοκληρωμένο έργο τέχνης. Υπάρχουν έργα τέχνης που είναι με μελάνι, ακόμα και αν δεν έχουν χρώμα, τα οποία εμπεριέχουν πολύ περισσότερη λεπτομέρεια απ’ ότι ένας αφαιρετικός πίνακας που έγινε πάνω σε καμβά με λάδι. Αν λοιπόν, κάποιος δεν θέλει ένα έργο με μελάνι να το αποκαλέσει πίνακα ζωγραφικής, θα μπορούσε εναλλακτικά να χρησιμοποιήσει την ονομασία σχέδιο με μολύβι, έργο με μελάνι ή γενικότερα έργο τέχνης.

Έχει μεγάλη σημασία για τον καλλιτέχνη το τι θα πει το κοινό;

Και ναι και όχι. Εγώ τείνω μάλλον προς το όχι. Όχι ότι δεν έχω ανάγκη τη γνώμη του κοινού, θετική ή αρνητική, η αδιαφορία είναι που θα με πείραζε πάρα πολύ. Η γνώμη του κοινού ενδιαφέρει τον καθένα μέχρι ένα σημείο. Από εκεί και πέρα έχεις τις δικές σου κατευθυντήριες γραμμές. Ακόμα και αν δέχεσαι σωρεία αρνητικών κριτικών, αν έχεις αυτοπεποίθηση και εμπιστοσύνη σε αυτό που έκανες, κωφεύεις και εθελοτυφλείς.

Πάνω σε αυτό. Μπορεί να κάνει ένας καλλιτέχνης ένα έργο, αλλά εγώ να μην το καταλάβω. Δεν σημαίνει όμως ότι φταίει ο καλλιτέχνης. Μπορεί να φταίει η δική μου η παιδεία. Μην πάμε μακριά, ο Βαν Γκογκ εν ζωή είχε πουλήσει μόνο έναν πίνακα.

Το πώς θα κρίνει και θα εκλάβει κάποιος ένα έργο τέχνης είναι όντως θέμα παιδείας και καλλιέργειας. Βέβαια, από ένα σημείο και μετά είναι και τι προσδοκά να δει. Αν δεν δει αυτό που περιμένει, ενδεχομένως δυσκολεύεται να ερμηνεύσει το οπτικό ερέθισμα που έχει μπροστά του. Εγώ δεν είμαι κατάλληλος για να κρίνω τέτοιου είδους έργα και κοινό, γιατί εμένα πάντα μου άρεζε ο ρεαλισμός, δηλαδή αποτύπωνα αυτό που ήθελα να αποτυπώσω και δεν άφηνα ερωτηματικά και πεδία να ανιχνεύσει ο θεατής πέρα από αυτό που έβλεπε. Ίσως, άμεσα επηρεασμένος σε βαθμό υπερθετικό από τους μεγατόνους κόμικς που διάβασα όταν ήμουνα παιδί όπου κυριαρχούσε ο απόλυτος ρεαλισμός. Αυτό μάλλον καρφώθηκε για τα καλά στο υποσυνείδητό μου και βγαίνει στα έργα μου. Θέλω να αποτυπώνω τον ρεαλισμό. Βέβαια, πάντα με μία προσωπική πινελιά, γιατί σε όλες τις μορφές τέχνης, σε λογοτεχνία, κόμικς, κινηματογράφο, η υπερβολή είναι θεμιτή, αρκεί να είναι έντεχνα δοσμένη.

Μου ανέφερες ότι στα παιδικά σου χρόνια διάβασες πάρα πολλά κόμικς. Θυμάσαι το πρώτο κόμικς που άνοιξες ποτέ, ή τον αγαπημένο σου παιδικό ήρωα;

Το πρώτο κόμικς με το οποίο ήρθα σε επαφή, το άνοιξε η μαμά μου. Μου διάβαζε από όταν ήμουν μικρός, πριν ακόμα μάθω να διαβάζω. Φαίνεται παράξενο, αλλά έχω ακόμα μνήμες από εκείνη την πολύ μακρινή εποχή, αν λάβουμε υπόψη ότι τώρα είμαι 64 ετών.

Τα πρώτα κόμικς που διάβασα ήταν φυσικά Μίκυ Μάους και μετά μεγαλώνοντας οτιδήποτε υπήρχε. Όλα τα πολεμικά κόμικς, μάχη, δράση, κράνος, τανκς, έφοδος, πόλεμος, Ταρζάν, Μπλεκ, Ζαγκόρ, είχε πάρα πολλά. Όλα είχαν τη δική τους θέση μέσα μου. Όταν διάβαζα Μίκυ Μάους, ήξερα ότι μία πλευρά του εαυτού μου θα αναπαυόταν, θα διασκέδαζε με έναν διαφορετικό τρόπο από εκείνον που θα διασκεδάζα όταν διάβαζα ένα πολεμικό κόμικς.

Αγαπημένος μου ήρωας από εκείνη την εποχή, μακράν, ήταν ο Μπάτμαν της δεκαετίας του ‘60, έτσι όπως τον βίωνα τότε στον κινηματογράφο. Υπήρχε μία σειρά κόμικς, λίγοι θα τη θυμούνται, τα «Διαπλανητικά», «Εκπληκτικά» και «Παράξενα». Ήταν τρία κόμικς στα οποία δημοσιευόταν περιπέτειες του Μπάτμαν, του Σούπερμαν και κάποιων άλλων ηρώων που δεν τους ξέρει πια ο κόσμος, έχουν ξεχαστεί. Από εκει γνώρισα τον Μπάτμαν. Από την πρώτη στιγμή τον συμπάθησα πάρα πολύ γιατί ό,τι έφτιαχνε το έφτιαχνε ως άνθρωπος. Ο Σούπερμαν μας ήρθε από τον πλανήτη Κρύπτον με τις ιδιότητές του, ο Σπάιντερμαν, που πολύ αργότερα τον γνωρίσαμε στην Ελλάδα, είχε τις δικές του μυστήριες ιδιότητες, αλλά ο Μπάτμαν ήταν ο Μπάτμαν. Ήταν άνθρωπος, σαν εσένα και εμένα, και ίσως υποσυνείδητα αυτό ήταν που μου άρεζε σε αυτόν, και φυσικά όλο αυτό το μυστηριώδες παρουσιαστικό, η νυχτερίδα, η σπηλιά, το μπατμομπίλ.

Ο Μπάτμαν της παιδικής μου ηλικίας, που μου άρεζε πάρα πολύ, ήταν εκείνος που δημιούργησε ο Bob Kane. Στην πορεία ο Frank Miller σχεδίασε τον καινούριο Μπάτμαν ο οποίος δεν με ενθουσίασε να πω την αλήθεια. Είχε πάρα πολλά στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, έγινε πιο σοφιστικέ, ένας Μπάτμαν που εμένα μου ήταν σχεδόν άγνωστος.

Άρα, αν καταλαβαίνω καλά, οι γονείς σου σε ενθάρρυναν ίσως να μπεις στον κόσμο των κόμικς.

Οι γονείς μου όντως σε κάποια θέματα ήταν πολύ προοδευτικοί. Να φανταστείς, εγώ γεννήθηκα το 1961 και από τις πρώτες εβδομάδες της ζωής μου κατάλαβαν ότι ήμουν αριστερόχειρας. Σε εκείνη την εποχή ήταν ένα σημείο ταμπού, στο σχολείο υπέφερες και από δασκάλους και από συμμαθητές. Οι γονείς μου λοιπόν, πήγαν σε ψυχολόγο για να δουν πώς θα χειριστούν το θέμα της αριστεροχειρίας μου.

Την αγάπη μου για την ανάγνωση λογοτεχνίας και για τα κόμικς την πήρα καθαρά από τη μητέρα μου που διάβαζε πολύ, ο μπαμπάς μου δεν είχε και πολύ σχέση με το διάβασμα. Την τάση για τη ζωγραφική την εκδήλωσα από πάρα πολύ μικρός, ίσα ίσα που μπορούσα να πιάσω μολύβι στα χέρια μου. Ζωγράφιζα ό,τι έβρισκα μπροστά μου, και θυμάμαι η μητέρα μου μού έδινε κάτι περιοδικά «Πάνθεον», μού έδινε και ένα στυλό και καθόμουν σε μια γωνία, ζωγράφιζα, μουντζούρωνα και καθόμουν ήσυχος.

Και μεγαλώνοντας είδαν ότι αυτό ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου και πάντα με ενθάρρυναν. Κάποια στιγμή με τον πατέρα μου, δυστυχώς πέθανε όταν ήμουν μόλις 13, προλάβαμε κάναμε κάποιες συζητήσεις όπου άφησε να εννοηθεί ότι θα ήταν καλό να ακολουθήσω τις ψυχικές μου τάσεις, να ασχοληθώ με τη ζωγραφική όταν μεγαλώσω.

Από όλη σου τη καλλιτεχνική καριέρα, ποιο θεωρείς ότι ήταν το ζενίθ και ποιο το ναδίρ, και πως το έζησες όλο αυτό;

Είναι πολύ δύσκολη η ερώτηση, γιατί ήταν πολλές φορές που έζησα το ζενίθ σε προσωπικό επίπεδο. Μία στιγμή ήταν όταν εκδόθηκε το πρώτο μου βιβλίο «Άγριοι άνεμοι», ένα κόμικς από τις εκδόσεις ΑΣΕ στη Θεσσαλονίκη, οι οποίες δεν υπάρχουν πια. Πραγματικά. ένιωσα πάρα πολύ χαρούμενους, αλλά δεν θα έλεγα ότι ήταν αυτό το μόνο αποκορύφωμα. Πάρα πολλές φορές ένιωσα την ίδια χαρά όταν μετά από μέρες τελείωνα έναν πίνακα και είδα ότι το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς αυτό που είχα στο μυαλό μου. Ένιωθα ακριβώς τα ίδια επίπεδα χαράς και ευτυχίας. Οπότε, αν μου επιτρέπεις την έκφραση, και αν μας επιτρέπουν και οι φιλόλογοι που μας διαβάζουν, πολλά ζενίθ υπήρξαν. Και ναδίρ υπήρξαν. Υπήρξαν φορές που είχα βάλει τη ζωγραφική στην μπάντα λόγω φόρτου δουλειάς. Εργάστηκα περίπου 40 χρόνια σαν καθηγητής αγγλικών, ένα υπέροχο επάγγελμα το οποίο λάτρεψα και λατρεύω. Αλλά μου κατανάλωνε πάρα πολύ χρόνο, και όταν δουλεύεις 10 -12 ώρες τη μέρα δεν μπορείς να ασχοληθείς με άλλη πνευματική εργασία. Εκείνες οι περίοδοι που δεν ασχολιόμουν με τη ζωγραφική και μου έλειπε, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ένα είδος ναδίρ.

Θες να μου πεις ποιοι καλλιτέχνες σε έχουν επηρεάσει;

Ναι, καλό θα ήταν να τους μνημονεύσουμε. Θα νιώσω και εγώ ωραία ότι τους κάνω ένα μνημόσυνο, και τους χρωστάω πολλά, κακά τα ψέματα.

Από ζωγράφους, πάρα πολύ αγαπώ τον Henri de Toulouse-Lautrec. Η ζωγραφική του είναι εκπληκτική. Υπάρχουν δυο πίνακές του που για μένα είναι σημείο αναφοράς στην παγκόσμια τέχνη. Ο ένας παριστάνει έναν ιππέα εποχής Ναπολέοντα, θωρακοφόρο στην εκστρατεία στη Ρωσία, και ο άλλος πίνακας λέγεται «Ο Άντρας με το Χρυσό Κράνος» όπου γίνεται ένα τρομερό παιχνίδι του φωτός με το σκοτάδι. Τον αγαπώ πολύ και για τον τρόπο ζωής του. Ήταν ένας ευγενέστατος άνθρωπος, παρόλο που είχε μια συνεχή μελαγχολία, αριστοκρατικής καταγωγής, αλλά με καθόλου ύφος και έπαρση.

Από σκιτσογράφους, η κορυφαία φυσιογνωμία για μένα είναι ο Sergio Toppi. Κινήθηκε και στο χώρο της εικονογράφησης βιβλίων, αλλά κυρίως στο χώρο των κόμικς έκανε εκπληκτικές δουλειές. Το αγαπημένο του στυλ, όπως και το δικό μου, ήταν το ασπρόμαυρο. Είχε αναγάγει την τέχνη του ασπρόμαυρου σε τέτοια επίπεδα που, όπως είπαν κορυφαίοι κριτικοί τέχνης, το χρώμα στα σκίτσα του είναι αχρείαστο. Έπαιζε τόσο πολύ με τις αποχρώσεις του άσπρου και του μαύρου που δεν χρειαζόταν χρώματα. Το χρώμα θα μείωνε σε ένταση αυτό που ήθελε να δώσει ο δημιουργός. Και ήταν αυτός που στον χώρο των κόμικς έσπασε τα τετράγωνα καρέ. Έκανε επανάσταση, έμπαιναν φιγούρες από το ένα καρέ, εισέβαλαν στο διπλανό, τα πάντα έκανε, μπορούσαν δυο καρέ να είναι τετράγωνα και στο κάτω μέρος της σελίδας ένα μεγάλο στρογγυλό. Τώρα αυτά μπορεί να ακούγονται λίγο σουρεαλιστικά, αλλά ο Sergio Toppi είχε το δικό του μοναδικό τρόπο όλα αυτά να τα δίνει με έναν υπέροχο τρόπο, με μια υπέροχη δικιά του τεχνοτροπία. Δεν είναι τυχαίο ότι, από όσο γνωρίζω, δεν κατάφερε να τον μιμηθεί κανένας. Ήταν κορυφαίος, πραγματικά. Ένας ακόμα σχεδιαστής κόμικς μου άρεζε πάρα πολύ, ο Hugo Pratt, κυρίως για τα θέματα που επέλεγε, δηλαδή περιπέτειες. Από μικρός διάβαζα ιστορίες του Hugo Pratt. Αυτός είχε τον περίφημο ήρωα τον Κόρτο Μαλτέζε, ένας τσιγγάνος που γυρνούσε ανά τον κόσμο και έμπλεκε σε διάφορες περιπέτειες και βρισκόταν από την Ινδονησία μέχρι την Επαναστατημένη Ιρλανδία, και πάντα είχε την τάση να μπλέκει εκεί που δεν έπρεπε, και όλα αυτά τον έκαναν πάρα πολύ ενδιαφέροντα χαρακτήρα. Σκληρή σχεδιαστική γραμμή ο Hugo Pratt, καθαρά άσπρο μαύρο, εκεί είναι και το μεγαλείο του, αλλά αυτό εγώ το βάζω σαν δευτερεύουσας σημασίας. Πρωτεύουσας σημασίας για μένα ήταν ότι ο άνθρωπος ήταν ανεξάντλητος όσον αφορά στην έμπνευσή του να γράφει ιστορίες που σε ταξιδεύαν. Αντίστοιχα σε συγγραφέα, ο αγαπημένος μου είναι ο Wilbur Smith. Ο  Hugo Pratt σαν σχεδιαστής κόμικς και ο Wilbur Smith σαν συγγραφέας, είναι αυτοί που με πήραν και με ταξίδεψαν στα πέρατα.

Το αγαπημένο μου κόμικς από τότε που ήμουν μικρός παραμένει ένα από τις «Εκδόσεις Τερζόπουλος», από δύο Ιταλούς δημιουργούς, λεγόταν «Βέλος» και ήταν οι περιπέτειες ενός μικρού ινδιάνου του Οκλαχόμα εν μέσω του αμερικανικού εμφυλίου. Αλλά έχω μελετήσει πάρα πολύ αυτό το κόμικς και είχα πάρα πολλές απορίες. Γιατί οι στολές δεν αναπαριστώνται με τα κανονικά τους χρώματα; Γιατί οι βόρειοι δεν έχουν μπλε και οι Νότιοι δεν έχουν γκρι; Τελικά, σε αναλύσεις Γάλλων κριτικών δόθηκε η απάντηση, και εκεί ήταν η μαγεία αυτού του κόμικς που με γοητεύει μέχρι και σήμερα. Οι δημιουργοί, ο σεναριογράφος και ο σχεδιαστής, ήθελαν να του δώσουν τη χροιά παραμυθιού. Δεν ήθελαν να φαίνεται σαν μία μιλιταριστικού τύπου περιπέτεια, αλλά να είναι ένα παραμύθι, και το πέτυχαν. Αλλάζοντας τα χρώματα και κάνοντας κάποιες παρεμβάσεις πέτυχαν το απίστευτο, πήραν μία πολεμική περιπέτεια και την έκαναν παραμύθι.

Από πού αντλείς συνήθως έμπνευση;

Ωραία, μου αρέσει να ζωγραφίζω σχεδόν τα πάντα, αλλά κάποια πράγματα, ως θεματολογία, μου αρέσουν περισσότερο. Μου αρέσουν οι στρατιωτικές στολές πάρα πολύ, και γενικότερα οι φιγούρες, οι ανθρώπινες φιγούρες. Δηλαδή δεν θα με γοήτευε ιδιαίτερα ένα τοπίο, και αυτό ίσως είναι απομεινάρι της εποχής των κόμικς, όπου η δραστηριότητα, η περιπέτεια, η κίνηση, ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή. Επίσης είμαι μανιώδης λάτρης των ιστορικών μυθιστορημάτων και σε κάποιο βαθμό δέχομαι και από εκεί κάποιες επιρροές. Εμπνέομαι από πάρα πολλά πράγματα, από την καθημερινότητα, τους ανθρώπους, τη φύση, από γεγονότα. Θα έλεγα κυρίως από γεγονότα τα οποία θα ήθελα να αποτυπώσω με έναν δικό μου τρόπο, όχι απλά αντιγράφοντας το γεγονός, αλλά αποδίδοντας την αίσθηση που μου αφήνει. Σε τι βαθμό το πετυχαίνω αυτό; Θα το κρίνουν άλλοι.

Πώς γεννιέται ένα έργο;

Συνήθως, ένα έργο ξεκινά από το ερέθισμα, κάτι που σε αγγίζει, από μία ιδέα που είτε σε κατέκτησε μόλις σου ήρθε στο νου, είτε έμεινε εκεί και συνέχισε να σε απασχολεί. Δεν φεύγει με τίποτα. Εκείνο πια αισθάνεσαι την ανάγκη να το αποτυπώσεις. Ακολουθεί ένα σχέδιο με μολύβι, μετά με μελάνι, το ρετουσάρισμα που λέμε, και, αν θέλω μετά να το κάνω έγχρωμο, σαν χρώμα προτιμώ την ακουαρέλα. Και έτσι δίνω ζωή, ατμόσφαιρα και προπαντός συναίσθημα. Έτσι γεννιέται ένα έργο.

Πιστεύεις ότι η τέχνη αλλάζει με την ηλικία;

Θα ήθελα να πω όχι, θα ήταν πιο ρομαντική απάντηση, αλλά νομίζω αναμφίβολα αλλάζει με την ηλικία. Εξελισσόμαστε και μαζί εξελίσσονται οι εμμονές μας, τα πάθη μας, και η τέχνη. Με τα χρόνια αποκτά κανείς περισσότερη εμπειρία, μεγαλύτερη ελευθερία, απαλλάσσεται από κάποια δεσμά που τον κρατούσαν δέσμιο σε πιο μικρές ηλικίες, γνωρίζει τον εαυτό του καλύτερα, γνωρίζει τους ορίζοντες που θέλει να κατακτήσει, και σίγουρα έχουν μεσολαβήσει από μία ηλικία μέχρι μία άλλη πάρα πολλές εργατοώρες δουλειάς. Αυτό αυτόματα προσθέτει στην απόδοση ενός καλλιτέχνη. Εγώ, για παράδειγμα, δεν ζωγραφίζω όπως πριν από 20 – 30 χρόνια. Βλέπω τεράστιες διαφορές. Σήμερα με ενδιαφέρει η απεικόνιση, τι θα δει ο θεατής που θα δει το έργο, και εξίσου η ουσία. Όταν καταφέρεις να αποτυπώσεις την ουσία κερδίζεις και κατά μέγα μέρος τη μάχη των εντυπώσεων. Αυτό που προσπαθώ να κάνω σε καθετί που ζωγραφίζω, από έναν πίνακα που μου παίρνει εβδομάδες μέχρι ένα πρόχειρο σκίτσο, είναι να αποδώσω με ειλικρίνεια αυτό που είχα κατά νου να αποδώσω. Και νομίζω ότι αυτό γίνεται κατανοητό από τους θεατές των έργων.

Είχες κάνει κάποιο έργο το οποίο έχεις μετανιώσει για αυτό; Θα ήθελες να το σβήσεις από τα κιτάπια σου;

Ναι, θα μου επιτρέψεις όμως να κρατήσω επτασφράγιστο μυστικό ποιο έργο είναι αυτό. Δεν σου κρύβω ότι από τότε που το έκανα μέχρι σήμερα, πέρασαν 30 χρόνια περίπου, ελάχιστες φορές άνοιξα και το ξαναείδα. Αναφέρομαι σε κάποια κόμικς. Βλέποντάς τα μετά δεν μου άρεσαν, και ίσως εδώ ερχόμαστε λίγο και στο προηγούμενο ερώτημα ότι η τέχνη αλλάζει με την ηλικία. Τότε μου άρεσαν, μετά από 20 – 30 χρόνια το κοιτάω και λίγο ντρέπομαι. Λέω «Αυτό τους έδωσα τους ανθρώπους τότε; Αυτή ήταν η συνεισφορά μου στην τεράστια τέχνη των κόμικς; Το μικρό μου λιθαράκι ήταν μόνο τόσο;». Θα μπορούσα να είχα κάνει καλύτερα πράγματα, αλλά τότε που το έκανα, τόσο μπορούσα, τόσο έκανα.

Τα σχέδιά σου για το μέλλον και τι περιμένουμε να δούμε από σένα;

Θέλω να συνεχίσω να δημιουργώ, να πειραματίζομαι, να παρουσιάζω νέα έργα όπου μπορώ να τα παρουσιάσω. Υπάρχει πάντα η διάθεση για δημιουργία. Για καινούργιους στόχους, δεν υπάρχει κάτι στο βραχυπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο μέλλον στο πεδίο του σκίτσου ή της ζωγραφικής. Οτιδήποτε προκύψει, εγώ και τα πενάκια μου είμαστε εδώ για να ανταποκριθούμε σε πάσης φύσεως προκλήσεις. Το βασικό είναι ότι υπάρχει διάθεση, αρκεί να υπάρχει το ερέθισμα, η πρόκληση, η αιτία, και εγώ θα ανταποκριθώ άμεσα, όπως έκανα πάντα.

Επίσης, θα ήθελα να πω ότι ασχολούμαι εντατικά και με την συγγραφή. Τον Σεπτέμβριο θα κυκλοφορήσει πανελλήνια από τις εκδόσεις ΑΕΝΑΟΝ-ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ το πρώτο μου μυθιστόρημα το οποίο είναι μια ιστορική περιπέτεια στα χρόνια του Βυζαντίου με τον τίτλο «Ο ΣΑΞΟΝΑΣ». Είναι το πρώτο αυτοτελές βιβλίο μιάς τριλογίας όπου εξιστορούνται οι περιπέτειες ενός Σάξονα μισθοφόρου στην υπηρεσία του Βυζαντινού στρατού. Το μεγαλύτερο μέρος της υπόθεσης εκτυλίσσεται στην Μεσαιωνική Δακία, κάτι που δίνει μια μοναδική ατμόσφαιρα στην ροή της υπόθεσης. Η τέχνη είναι ένα ταξίδι που δεν τελειώνει ποτέ απ’ όπου κι αν την υπηρετείς. Γεννιέσαι με το μικρόβιο και συνεχίζεις με αυτό.

Φέτος είσαι ο επίτιμος καλεσμένος από τους καλλιτέχνες στο DragonTale the Convention. Έχεις σχεδιάσει τις δυο μορφές που θα κοσμήσουν τόσο το site όσο και όλο το έντυπο διαφημιστικό υλικό της εκδήλωσης. Θες να μας πεις δυο πράγματα για αυτές τις μορφές;

Αυτές οι μορφές που έκανα για σας με πολύ μεγάλη μου χαρά και με ακόμα περισσότερο μεράκι, είναι από τα αγαπημένα μου θέματα. Όπως είπα, μου αρέσει να ζωγραφίζω κίνηση, ανθρώπους, περιπέτεια, που η περιπέτεια εμπεριέχει σαφώς και φιγούρες. Ένα από τα αγαπημένα μου θέματα είναι ο χώρος του φανταστικού, ξωτικά, ιππότες, τοξότες, άλογα, μάχες, κάτι σαν τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, και έχω ζωγραφίσει πάρα πολλούς τέτοιους χαρακτήρες. Μέχρι στην Αγγλία μου ζήτησε ένας σύλλογος παιχνιδιών φαντασίας να απεικονίσω τις φιγούρες με τις οποίες έπαιζαν Dungeons and Dragons. Και αυτό που μου αρέσει ακόμα περισσότερο σε αυτό το είδος των φιγούρων είναι ότι έχεις το ελεύθερο να επιτρέψεις τη φαντασία σου να φύγει πιο μπροστά από το χέρι σου. Δηλαδή, ένα ξωτικό δεν θα σου υπαγορεύσει κανείς αυστηρά πώς να το κάνεις. Μπορείς να το κάνεις όπως λαχταράει η ψυχή σου. Είναι και αυτή η ελευθερία ένας από τους πολλούς λόγους που απόλαυσα τους δύο πίνακες που έκανα για σας.

Θέλω να μου δώσεις ένα μήνυμα προς τους νέους καλλιτέχνες. Σε παιδιά δηλαδή που τώρα όχι μόνο τελειώνουν μία σχολή, γιατί η μία σχολή μπορεί να μην λέει και τίποτα, που μπαίνουν στον χώρο αυτό της τέχνης και των κόμικς.

Είναι ένας χώρος υπέροχος, μπορεί να σου δώσει τεράστια χαρά, αλλά είναι και δύσκολος, ειδικά στην Ελλάδα. Είναι ένας χώρος που δεν νομίζω ότι κάποιος μπορεί να συντηρηθεί οικονομικά από αυτόν, γι’ αυτό κι εγώ πολύ νωρίς στράφηκα στη δεύτερη μεγάλη αγάπη μου, την αγγλική γλώσσα, χωρίς ποτέ να εγκαταλείψω το μικρόβιο που είχα μέσα μου, το σκίτσο και τη ζωγραφική. Αλλά έπρεπε να βιοποριστώ, γι’ αυτό επί 40 χρόνια εργάστηκα ως καθηγητής αγγλικών. Θέλω να πω λοιπόν στα παιδιά που γεννιούνται με το μικρόβιο ότι αν αγαπούν τη ζωγραφική, να δουλεύουν συνέχεια, να επενδύουν σε αυτό. Θέλει πολλή δουλειά, είτε να πάνε σε μία σχολή είτε μόνοι τους, να ακολουθήσουν πατήματα δημιουργών που αγαπάνε, όπως εγώ ακολούθησα τα πατήματα του Toulouse-Lautrec και του Sergio Toppi. Δεν τους αντέγραψα, αλλά με ενέπνευσαν, πάτησα πάνω στα βήματά τους και ανέπτυξα με πολλή δουλειά τις δικές μου τεχνικές. Να δουλέψουν πολύ, να δουλέψουν πάρα πολύ. Κάποιοι λένε ότι τύχη είναι όταν η πολλή δουλειά συναντά την ευκαιρία. Αυτό θα πω και εγώ. Να συνεχίζουν να ελπίζουν, να μην απογοητεύονται από τα λάθη, να έχουν πειθαρχία στη δουλειά τους, γιατί πολλοί νομίζουν ότι η τέχνη έχει έναν αέρα απόλυτης ελευθερίας. Όχι, θέλει πολύ πειθαρχία, πρέπει να αυτοπειθαρχείσαι, να κάθεσαι, αν δεν πέτυχε κάτι να το σβήσεις, να επιμένεις. Θέλει δουλειά και να κυνηγάνε πάντα την εξέλιξη, να κυνηγάνε πάντα το επόμενο στάδιο.

Ο επίλογος δικός σου αν θέλεις κάτι για το κλείσιμο.

Θα πω κάτι για το οποίο χαίρομαι και κάτι για το οποίο λυπάμαι. Χαίρομαι που υπάρχουν παιδιά σήμερα, και όλους εμάς που διατηρούμε μία παιδικότητα από εκείνα τα χρόνια, που αγαπάνε το σκίτσο, αγαπάνε αυτού του είδους τη ζωγραφική, αγαπάνε το χώρο του φανταστικού. Χαίρομαι πάρα πολύ που υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι εκτιμούν σε μεγάλο βαθμό αυτού του είδους την τέχνη. Λυπάμαι από την άλλη που πάρα πολλοί δημιουργοί της δικής μου εποχής, όπως ο Sergio Toppi, ο Hugo Pratt, ο Milo Manara, ο Garcia που έκανε έναν υπέροχο ήρωα κόμικς, τον Alvar Mayor, σχεδόν έχουν ξεχαστεί. Γι’ αυτό τους ανέφερα τώρα εν είδει μνημοσύνου, γιατί εγώ τουλάχιστον τους χρωστάω πολλά. Με ενέπνευσαν και με ταξίδεψαν αυτοί οι άνθρωποι με την τέχνη τους. Τουλάχιστον στη χώρα μας δεν είναι πλέον ευρέως γνωστοί, κάποτε ήταν πολύ περισσότερο, τώρα τείνουν να ξεχαστούν. Αυτό με λυπεί, αλλά εντάξει, σημεία των καιρών.

Τέλεια. Σε ευχαριστώ και πάλι, πάρα πολύ.

Συνέντευξη: Καριώτης Στέφανος

Συντακτική ομάδα: Καραπαλήδου Ελισάβετ, Καριώτης Στέφανος